Μια πολύ ενδιαφέρουσα και γεμάτη μέρα που ξεκίνησε στις 11:00 με το masterclass του Τζον Μάλκοβιτς στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης, φυσικά με τον κόσμο να έχει ξεχειλίζει την αίθουσα, αλλά και τον προθάλαμο από πολύ νωρίτερα και φυσικά να μην υπάρχει χώρος για όλους.
Ελπίζω να επαληθευτεί η είδηση – φήμη που κυκλοφόρησε ότι όλα τα masterclasses και τα στρογγυλά τραπέζια του Φεστιβάλ θα αναρτηθούν στο δίκτυο στο site του Φεστιβάλ και να μην αποδειχθεί ράδιο–αρβύλα. Παρένθεση: μήπως μαζί με τις εκφράσεις ράδιο–αρβύλα, αστικός μύθος, κλπ., που ομολογουμένως γεννήθηκαν σε άλλες εποχές αλλά τις εξέφραζαν τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα απόλυτα, είναι καιρός να υιοθετήσουμε εκφράσεις όπως “δίκτυο-κορδόνι”, “σπασμένο δίχτυ”, κλπ.. Κλείνει η παρένθεση.
Την ίδια ώρα με το masterclass του Μάλκοβιτς, στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα, ήταν η προβολή του ντοκιμαντέρ «Μεγάλες νύχτες, μικρές μέρες του ‘68», προβολή αφιερωμένη στο φετινό αφιέρωμα στον William Klein. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι Maydays, που διαθέτει τουλάχιστον τριπλή ερμηνεία: Μαγιάτικες μέρες, το ειδικό σήμα κινδύνου των ναυτικών και αεροπόρων ή τέλος το όνομα του περίφημου ολοήμερου rave party που είχε ξεκινήσει στη δεκαετία του ’90 από το Βερολίνο με μουσικές που ταιριάζουν κάπως με όσα ακούω αυτή τη στιγμή στον Safari FM. Το ντοκιμαντέρ -για να γυρίσω σε αυτό – εξαιρετικό και πλήρως κατατοπιστικό για τα τεκταινόμενα στο δεκαπενθήμερο που συγκλόνισε το Παρίσι, αλλά και όλο τον κόσμο στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου του 1968.
Ενδιαφέρουσα σύμπτωση με τα επίκαιρα δικά μας: και τότε μιλούσαν για το Άρθρο 16 του (γαλλικού) Συντάγματος που αναφέροταν στη χρήση στρατιωτικών μονάδων για την επιβολή της τάξης. Πολύ ευρηματική η λήψη παραμορφωμένων τηλεοπτικών εικόνων από τα διαγγέλματα του τότε πρωθυπουργού (Πομπιντού) όταν δήλωνε ότι αποδέχεται την παραίτηση του Υπουργού Παιδείας (ναι, ενίοτε παραιτούνται και οι πολιτικοί, αλλά μάλλον πρόκειται για την εξαίρεση κι όχι για τον κανόνα), αλλά και του ίδιου του Ντε Γκωλ, τότε Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, όταν μιλούσε για την ιστορία του Έθνους, το πεπρωμένο της Δημοκρατίας κλπ. Οι παραμορφώσεις σε εικόνα και ήχο σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν πολύ ταιριαστές. Κατά τα άλλα από το ντοκιμαντέρ παρευλαύουν πολλοί γνωστοί των γεγονότων αυτών (π.χ. Ντανιέλ Κον Μπετίτ – ο «κόκκινος» Ντάνι), συνελεύσεις συντονισμού του αγώνα, αλλά (και εδώ είναι το ενδιαφέρον) συνομιλίες απλών ανθρώπων, διαδηλωτών, εξεγερμένων πολιτών όλων των ηλικιών. Ενδιαφέρουσα δουλειά «αρχείου» που σου αφήνει έντονη την αίσθηση μήπως τον Μάη του ’68, πρέπει να ακολουθήσει ένας Μάης του 2008.
Επόμενη προβολή το AFR στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης, ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ από τη Δανία που μέσα από την περίτεχνη χειραγώγιση από τον σκηνοθέτη διεθνών και ντόπιων πολιτικών, αλλά και παράλληλα τον απλό έρωτα ενός ζευγαριού , να λειτουργούν ως σχόλιο πάνω στις δομές και τη λειτουργία των σύγχρονων ΜΜΕ.
Ταυτόχρονα στην αίθουσα Σταύρος Τορνές η προβολή της Ιταλο-Γαλλικό-Βελγικής παραγωγής Dolce far niente (ελλ. Τίτλος «Γλυκιά απραξία»), ταινία βασισμένη σε μυθιστόρημα όπου εμπλέκονται από τη γαλλική πλευρά ο Σταντάλ (Ανρί Μπέιλ), ο απόηχος από το «Μοναστήρι της Πάρμας», ο αυστρο-ιταλικό-γαλλικός πόλεμος με τον Ροσίνι και τη μουσική του η οποία σε ορισμένα σημεία της ταινίας κυριαρχούσε και έδινε τον τόνο. Αντίστιξη της βαρύτητας της λογοτεχνίας του πρώτου που παρουσιάζεται ως παρατηρητής της ζωής που αδυνατεί να τη γευτεί (εξ ου και η «απραξία» του τίτλου), με την «ελαφρότητα» της μουσικής, αλλά και της κοσμοθεωρίας του δεύτερου που ζει τη ζωή σε κάθε ευκαιρία (ως γνωστόν μέχρι και μακαρονάδα αλά Ροσίνι έχουν οι Ιταλοί, η συνταγή διαθέσιμη για τους λίγους και εκλεκτούς). Καλή σκηνοθεσία και ερμηνείες, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μετά την προβολή με τον σκηνοθέτη Nae Caranfil, και ταυτόχρονα λύπη που μια τέτοια παραγωγή πάτωσε – σύμφωνα με το σκηνοθέτη της – στη Γαλλία και βέβαια μην περιμένετε να την δούμε σε εντόπια διανομή.
Ένα τελευταίο ενδιαφέρον στοιχείο, που σε μένα έδωσε μια τελείως διαφορετική διάσταση στην παρακολούθηση της ταινίας ήταν ότι ακριβώς δίπλα μου είχαν καθίσει δύο νεαρά κορίτσια που συννενοούνταν μεταξύ τους με τη νοηματική γλώσσα, κάτι που με έκανε να αναλογιστώ για άλλη μιά φορά το πόσο διαφορετικά από μένα βιώνουν την αίσθηση των ήχων και της μουσικής. Το ζήτημα επανήλθε στη σκέψη μου εντονότερα, όταν στην πλοκή της ταινίας η λυδία λίθος είναι ένας εξομολογητής που παριστάνει τον κουφό (ενώ δεν είναι) και δέχεται την εξομολόγηση των πιστών διαβάζοντας τα χείλη τους !
Και μετά την υψηλή κουλτούρα, συνέχεια με την προβολή της ταινίας ντοκιμαντέρ «Η διπλή ζωή του φακίρη», μια ισπανική παραγωγή με θέμα τα παιδιά ενός ορφανοτροφείου που λίγο πριν τον πόλεμο και ενώ εξελίσσεται η εμφύλια ισπανική διαμάχη γυρίζουν μια ταινία για ένα φακίρη με πρωταγωνιστές τα ίδια τα παιδιά, γεγονός που θυμούνται 60 και περισσότερα χρόνια μετά όσοι έχουν επιζήσει στο μεταξύ. Μαζί με το γεγονός αυτό (που μας δίνει το γνωστό εύρημα “ταινία μέσα στην ταινία”) θυμούνται και τις συνθήκες διαβίωσης στο ορφανοτροφείο, την καθημερινή ρουτίνα της λειτουργίας του, κάποια παράξενα ή αξιομνημόνευτα περιστατικά και τέλος τη διακοπή λειτουργίας του προκειμένου να κατασκευαστεί στην περιοχή αεροδρόμιο ώστε τα στρατεύμετα του Φράνκο να μπορούν να προσβάλουν στόχους στη δημοκρατική Βαρκελώνη.
Οι βασικές επιλογές για τη συνέχεια ήταν είτε το My blueberry nights του Wong Kar Wai στη δεύτερη προβολή της στα πλαίσια του Φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στη μισθωμένη αίθουσα στο Odeon, όπου βέβαια έγινε το πατείς με – πατώ σε, γιατί χρειαζόνταν τουλάχιστον τριπλάσιας χωρητικότητας αίθουσα για την προβολή αυτή, ενώ - ευτυχώς – αλλά για όσους δεν κατάφεραν να μπουν, το χάπι χρυσώθηκε με την προβολή του Άμλετ, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, μια γερμανική παραγωγή του 1920 – 1921 δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος) κόπια της οποίας ανακαλύφθηκε μόλις το 2005, με την γεμάτη εκφραστικότητα και πειθαρχία ανδρόγυνη ερμηνεία της Άστα Νίλσεν να αποδίδει πλήρως την αμφισημία του Άμλετ.
Στις 19:30 ήταν η συνάντηση μας με την διάρκειας δυόμιση ωρών ταινία του Σον Πεν Into the wild (ελλ. τίτλος «Ταξίδι στην άγρια φύση») που αφορά σε πραγματική ιστορία ενός νεαρού αμερικανού που μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο επιλέγει αντί για τη Νομική του Χάρβαρντ για την οποία το προορίζουν οι γονείς του να περιπλανηθεί για δύο περίπου χρόνια χωρίς να δώσει σημεία ζωής, ταξιδεύοντας σε διάφορες πολιτείες, πότε με τα πόδια, πότε με καγιάκ, πότε με οτοστόπ.γνωρίζοντας λογής και λογής ανθρώπους, κάνοντας διάφορες ευκαιριακές δουλειές, μένοντας με παλαιό- και νέο-χίπιδες για να καταλήξει σε συνάντηση με το πεπρωμένο του στην παγωμένη Αλάσκα. Εμφανείς αναφορές στο έργο του Θορώ (ιδίως τον «Ουάλντεν»), στον Τζακ Λόντον και το «Κάλεσμα της άγριας φύσης» στη βιωματική λογοτεχνία της περιπλάνησης του «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, -περιμένουμε την σχετική ταινία που μας υποσχέθηκε στο περσινό Φεστιβάλ ο Salles μαζί με τον Wenders στο masterclass που είχαν δώσει μαζί με θέμα τα road movies – οικολογικά και ανθρώπινα μηνύματα, κατά μέτωπο κριτική του (πάλαι ποτέ) αμερικανικού ονείρου και τις δυόμιση ώρες να κυλάνε όπως το νερό στα ρυάκια της περιοχής που επιλέγει ο ήρωας ως «μόνιμη» κατοικία.
Και ενώ στο Ολύμπιον ξεκινούσε η τιμητική εκδήλωση για τον Τζον Μάλκοβιτς που συμπληρώθηκε με την προβολής της ταινίας του Spike Jonze «Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», εμείς παρακολουθήσαμε την Ισπανο-Πορτογαλική παραγωγή του Gabriel Velasquez Sud Express (ελλ. τίτλος «Η ταχεία από το νότο») στην αίθουσα Σταύρος Τορνές που παρουσιάζει ένα γλυκό πάντρεμα διαφόρων καθημερινών ιστοριών σε Παρίσι, Λισαβόνα, στα γαλλοισπανικά σύνορα, και τον σιδηροδρομικό άξονα που ενώνει τα μέρη αυτά, σχέσεις νέων ανθρώπων να τερματίζονται λόγω μετανάστευσης, παλαιές σχέσεις να αναθερμένονται, νόμιμους και παράνομους μετανάστες να μετακινούνται σε αυτό τον άξονα ψάχνοντας στο ήλιο μοίρα έχοντας αποκτήσει πλέον την πραγματική αίσθηση του “παραδείσου” της Δύσης.
Και αν νομίζετε ότι τελειώσαμε εδώ κάνετε λάθος και ίσως κάνετε καλά που κάνετε λάθος (μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι για το καλό σας). Γιατί η τελευταία προβολή της μέρας, που είναι πολύ προχωρημένη νύχτα πια καθώς η προβολή ξεκίνησε στις 01:00 μετά τα μεσάνυχτα στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης και πήγε λίγο μετά τις 02:30 και όπως αποκαλύψαμε όσοι έιμασταν εκεί υπήρχε σοβαρός λόγος να γίνει αυτό. Η ταινία με τίτλο Ceot Oi Kap Gei (ελλ. τίτλος «Έξοδος») του Pang Ho-cheung, κινεζικής παραγωγής (Hong Kong) παρουσιάζει μετά στοιχείων τη διεθνή συνομωσία των γυναικών προκειμένου να δολοφονήσουν όλους τους άντρες του πλανήτη. Η ταινία αρκετά ενδιαφέρουσα και στυλιζαρισμένη, που αν και γυρισμένη στο σήμερα δεν της έλειπε μια φουτουριστική νότα, παρουσιάζει το Hong Kong με εντυπωσιακές λήψεις σε κτήρια και τοποθεσίες που δείχνουν ολοφάνερα τον κόσμο που έρχεται, και περιγράφει την πορεία ενός αστυνομικού που κατά λάθος ανακαλύπτει την ύπαρξη της γυναικείας ανδροκτόνου συνωμοσίας φαίνεται προς στιγμή να ξεφεύγει από αυτή (γιατί και η γυναίκα του έχει εμπλακεί ενεργά στην εν λόγω υπόθεση), αλλά στο τέλος και αυτός συναντά τη μοίρα του (αυτό έχει να κάνει με το ότι η γυαίκα του ανακαλύπτει πως … την απατά). Καλά να πάθει θα πείτε, αυτό του αξίζει, αλλά αν είναι να δολοφονηθούν όλοι οι απατώντες από τους απατημένους, να δούμε πόσοι θα μείνουν πίσω. Δεν ξέρω αν ήταν το προχωρημένο της ώρας, ή το ότι όλη η μέρα είχαμε περάσει από τη μία προβολή στην άλλη, αλλά στην «έξοδο» (που είναι ο εληνικός τίτλος της ταινίας) μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη των γυναικών που την παρακολούθησαν, ενώ οι συνήθως λαλίστατες Βίκυ και Μαρία που είχα δίπλα μου, αλλά και καμμιά άλλη απ’ όσο παρατήρησα δεν σχολίαζαν το παραμικρό, ούτε μια λέξη, κυριολεκτικά τίποτα, ούτε για την υπόθεση, ούτε για τη σκηνοθεσία, ούτε για τις ερμηνείες, όταν λέω τίποτα εννοώ τίποτα, μόνο αυτό το αδιόρατο χαμόγελο της πλήρους δικαίωσης. Λέτε;
συντάκτης Αδάμ