Τελευταία μέρα του Φεστιβάλ και τι να πρωτοδιαλέξεις απ’ όσα δε πρόλαβες / δεν επέλεξες κάποια από τις προηγούμενες μέρες, αλλά άκουσες ότι δεν πρέπει να χάσεις – και είναι τόσα / ήθελες να δεις αλλά δεν βρήκες εισιτήριο ή είχες επιλέξει κάτι άλλο για εκείνη την ώρα.
Αρχή με μια παλαιότερη ταινία του Νίκου Γραμματικού «Κλειστή στροφή»¨(85’, 1991) και για τη συνέχεια «Limbo» του John Sayles (127’, 1999), μια ταινία με στοιχεία θρίλερ στην παγωμένη Αλάσκα και τον μικρόκοσμο χρεοκοπημένων ψαράδων, μελλοντικών επενδυτών τουριστικής ανάπτυξης, λαθρεμπόρων ναρκωτικών αλλά και απλών «καθημερινών» ανθρώπων με τα δικά τους προβλήματα.
Τα «Σκόρπια σύννεφα» του Mikio Naruse (107’, 1967) που ακολούθησαν μας χάρισαν καθαρή κινηματογράφηση, ωραία φωτογραφία, λεπτότητα αισθημάτων, και άφησαν αυτή την επίγευση της «Ερωτικής επιθυμίας» του Wog Kar Wai μέσα από τη σχέση μιας νεαρής χήρας με το άτομο που προκάλεσε το θάνατο του συζύγου της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Και αν το «Σκόρπια σύννεφα» παρουσιάζουν την αδυναμία του έρωτα να βρει οδό έκφρασης, η επόμενη ταινία «Lianna» του John Sayles (113’, 1983) παρουσιάζει με αρκετή σαφήνεια και τολμηρότητα την αλλαγή σεξουαλικού προσανατολισμού της ηρωΐδας - το όνομα στον τίτλο – της ταινίας που αποφασίζει να εγκαταλείψει σύζυγο και δύο παιδιά για χάρη μιας άλλης γυναίκας. Θαρραλέα κινηματογράφιση, καλές ερμηνείες, σωστή απόδοση της ατμόσφαιρας, καθαρός ανεξάρτητος κινηματογράφος – ματιά στη αναζήτηση σεξουαλικής (και όχι μόνο) ταυτότητας μιας νεαρής γυναίκας.
Αν η μέρα είχε δύο Sayles, δεν μπορούσε παρά να έχει και δύο Naruse, και αναφέρομαι στην ταινία «Όταν μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα», (110’, 1960) που περιγράφει την καθημερινότητα του μικρόκοσμου ενός μαγαζιού με γκέϊσες - με σκηνές που μας φέρνουν στο νου αντίστοιχες από τα δικά μας «Κόκκινα φανάρια» του Γεωργιάδη (γυρισμένη λίγα χρόνια μετά, το 1963) - και την κεντρική ηρωΐδα να έρχεται αντιμέτωπη με απανωτά χτυπήματα και προβλήματα δικά της αλλά και όσων την περιβάλλουν, διαθέτοντας ωστόσο μεγάλα ψυχικά αποθέματα. Πολύ ωραίο ασπρόμαυρο, σωστές λήψεις τόσο στα εσωτερικά, όσο και στα λίγα εξωτερικά γυρίσματα, καλές ερμηνείες και πάνω απ’ όλα τα χωρίς τέλος ανθρώπινα βάσανα και η συνεχής ψυχική δοκιμασία του να μείνεις όρθιος παρ’ όλα αυτά.
Τελευταία ταινία για φέτος «Η νύχτα των ηλιοτρόπιων», του Jorge Sanchez-Cabezudo (123’, 2006), ένα σύγχρονο ισπανο-πορτο-γαλλικό αστυνομικό με αρκετές ανατροπές γύρω από ένα μισοτελειωμένο βιασμό που οδηγεί εκ παρεξηγήσεως στο θάνατο ενός άσχετου με την υπόθεση γέροντα και τα όσα ακολουθούν από την προσπάθεια συγκάληψης του γεγονότος από τους δράστες του φόνου σε συνέργεια με ένα αστυνομικό που βρίσκει ευκαιρία να τους εκβιάσει με οικονομικά ανταλλάγματα που θα του δώσουν τη δυνατότητα να ξεφύγει από την ισπανική επαρχία στην οποία φαίνεται να ασφυκτιά.
Αυτό ήταν και για φέτος, 10 μέρες και νύχτες στη Θεσσαλονίκη γεμάτες εικόνες – τροφή για την καρδιά και το νου, συναντήσεις και κουβέντα με παλιούς φίλους και γνωστούς, πάρτι και νέες γνωριμίες, συζητήσεις με κάποιους από τους δημιοθργούς, μια πτήση πάνω από παλιά και νέα πράγματα, ξανακοιτάζοντας με άλλο (;) μάτι τα γνωστά, πρωταντικρίζοντας τα άγνωστα. Ένας συνολικός απολογισμός του Φεστιβάλ θα είναι το αντικείμενο ενός επόμενου post που θέλω δε θέλω αρχίζει εδώ και μέρες να συντίθεται σιγά – σιγά, ίσως αθελά μου και αυτή τη στιγμή, που έχοντας επιστρέψει πλέον στη βάση μου, ξεπακετάρω και απλώνω προγράμματα, σημειώσεις, μνήμες, βιβλία αποκόμματα εισιτηρίων, DVD, τα καθημερινά φύλλα της εφημερίδας του Φεστιβάλ «Πρώτο Πλάνο» μαζί με άλλο υλικό, ακούγοντας ταξιδιάρικη μουσική από την Κλεοπάτρα στον best radio.
Συντάκτης Αδάμ
